+30 2310234109
Καλέστε μας για ραντεβού

Εκδικητικό πορνό και προσωπικά δεδομένα: Aπόφαση του Αρείου Πάγου για βίντεο ερωτικού περιεχομένου στο διαδίκτυο (ΑΠ Ποιν. 505/2020)

Μία ενδιαφέρουσα απόφαση σχετικά με βίντεο ερωτικού περιεχομένου που αναρτήθηκαν χωρίς συγκατάθεση στο διαδίκτυο δημοσίευσε ο Άρειος Πάγος.

Η υπόθεση εκδικάστηκε στον Άρειο Πάγο έπειτα από αίτηση αναίρεσης που υπέβαλε ένας άνδρας, ο οποίος είχε καταδικαστεί από Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων σε συνολική ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών με τριετή αναστολή, για τις αξιόποινες πράξεις (α) της χωρίς δικαίωμα διατήρησης στην κατοχή άνευ αδείας αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων κατ' εξακολούθηση και (β) της μετάδοσης - ανακοίνωσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σκέλος της απόφασης που αναφέρεται στα προσωπικά δεδομένα, καθώς και στο αξιόποινο των πράξεων και τη συνολική ποινή, λόγω της διάταξης περί περί παραγραφής και παύσης ποινικής δίωξης (Ν. 4411/2016) και του νέου νόμου για τα προσωπικά δεδομένα (Ν. 4624/2019).

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης, ο άνδρας, χωρίς δικαίωμα και δίχως τη συγκατάθεση της Α, με την οποία διατηρούσε ερωτική σχέση, προέβη στην καταγραφή και μαγνητοσκόπηση τουλάχιστον δύο (2) φορές, με τη χρήση ψηφιακής κάμερας κινητού τηλεφώνου, βίντεο στο οποίο απεικονιζόταν η Α κατά τη διάρκεια ερωτικών συνευρέσεών της με τον ίδιο.

Η Α όχι μόνο δεν συναίνεσε στη διατήρηση του εν λόγω αρχείου, αλλά ρητά απαίτησε από τον άνδρα να προβεί στη διαγραφή του από τη συσκευή του.

Όπως σημειώνεται στην απόφαση, η επιμονή του άνδρα στην καταγραφή των ερωτικών συνευρέσεων, «τις οποίες παρακολουθούσε ακολούθως με ιδιαίτερη ευχαρίστηση», είχε σαν αποτέλεσμα και τη λήξη της σύντομης σχέσης με πρωτοβουλία της τελευταίας.

Στο σχετικό οπτικοακουστικό υλικό ήταν ορατό και ευδιάκριτο το σώμα και μέρος του προσώπου της πολιτικώς ενάγουσας (περιοχή από τα μάτια και κάτω), ενώ η φωνή και ο λόγος αυτής ακούγονταν καθαρά.

Μετά τον χωρισμό τους, ο άνδρας επεξεργάσθηκε και προχώρησε στην ανάρτηση διαδικτυακά δύο (2) τέτοιων βίντεο σε ιστοσελίδα, παρέχοντας τη δυνατότητα παρακολούθησης σε απροσδιόριστο αριθμό χρηστών του διαδικτύου.

Η ως άνω παράνομη συμπεριφορά του άνδρα έγινε αντιληπτή από τον μετέπειτα και τωρινό σύζυγο της Α, ο οποίος ως επισκέπτης στην προαναφερθείσα διαδικτυακή ιστοσελίδα αναγνώρισε σε δύο από τα ελληνικά βίντεο ερωτικού περιεχομένου που επέλεξε την πολιτικώς ενάγουσα, αφού διέκρινε το σώμα, την ελιά του προσώπου της, τη φωνή και τις εκφράσεις που χρησιμοποιούσε η πολιτικώς ενάγουσα κατά τις ερωτικές της συνευρέσεις.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η τελευταία άμεσα παραδέχθηκε στον εν λόγω αρραβωνιαστικό της ότι η ίδια απεικονιζόταν στα επίδικα δύο βίντεο που είχε μαγνητοσκοπήσει με το κινητό του τηλέφωνο ο κατηγορούμενος, ύστερα από συνεχή πίεση από τον τελευταίο για τη λήψη αυτών

Η ίδια αγνοούσε τη διατήρηση και επεξεργασία των βίντεο, καθώς ήδη σε πολύ προγενέστερο χρόνο και δη από τη λήψη του εν λόγω οπτικοακουστικού υλικού, η Α είχε απαιτήσει τη διαγραφή του από τη συσκευή κινητής τηλεφωνίας του κατηγορουμένου. Ένα δε εκ των δύο βίντεο η Α κατέθεσε ότι το είχε διαγράψει η ίδια.

Η άρνηση του άνδρα ότι προέβη σε καταγραφή των ερωτικών συνευρέσεων της Α με αυτόν, πολλώ δε μάλλον σε διατήρηση και επεξεργασία των παραπάνω προσωπικών δεδομένων, καταρρίπτεται από τη σαφή και λεπτομερή περιγραφή της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου από την Α κατά τη διάρκεια των δύο επιδίκων ερωτικών τους συνευρέσεων, λεπτομέρειες εξ άλλου που οδήγησαν την τελευταία να κατονομάσει με σχετική έγκληση τον κατηγορούμενο και όχι οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.

Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, το Δικαστήριο έκρινε ότι «δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονται». 

Αναλυτικά η απόφαση: 

Από τις ως άνω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος αναφορικά με το υπό αλφαβητικό στοιχείο "Α" πλημμέλημα της διατήρησης (αποθήκευσης) των αρχείων ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά το άρθρο 38 παρ 1 β' του ισχύοντος από τον 29.8.2019 Ν. 4624/2019, το οποίο εφαρμόζεται, εν προκειμένω, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ισχύοντος ΑΚ και 511 του Κ.Π.Δ., διότι οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, και είχε τελεστεί από τον αναιρεσείοντα από Ιούνιο 2012 έως 9.5.2014, ήτοι πριν την 31.3.2016, πρέπει να εφαρμοσθεί, αυτεπαγγέλτως το άρθρο όγδοο του Ν. 4411/2016, καθόσον δεν υπάγεται σε κάποια από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Καθόσον αφορά στη δεύτερη, υπό αλφαβητικό στοιχείο "Β" αξιόποινη πράξη της μετάδοσης - ανακοίνωσης με την ανάρτηση διαδικτυακά των επισημαινομένων αρχείων, με τις ως άνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων και δη: της με τη χρήση ψηφιακής κάμερας συσκευής κινητού τηλεφώνου δημιουργίας οπτικοακουστικού υλικού ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της εγκαλούσας (βιντεοσκόπηση ερωτικών συνευρέσεών του με αυτή), στο οποίο επενέβη και το οποίο επεξεργάσθηκε και στη συνέχεια μετάδωσε και ανακοίνωσε, χωρίς τη συγκατάθεση της εγκαλούσας, υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων αυτών, τα παραπάνω δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα περαιτέρω σε μη δικαιούμενα πρόσωπα, αναρτώντας διαδικτυακά τα σχετικά δύο αρχεία στην ιστοσελίδα ..., όπου διέθετε πρόσβαση και συνακόλουθα δυνατότητα παρακολούθησης απροσδιόριστος αριθμός χρηστών του διαδικτύου, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 εδ. α', β', ε', 4, 5 παρ. 1-2, 7 παρ. 1, 2, 22 παρ. 4 Ν. 2472/1997 και του άρθρου 7 παρ. 3 Ν 4239/2014 (και ήδη των άρθρων 44 παρ. 1 α, β', στ', θ', ιβ', ιδ', και 38 παρ. 2 Ν. 4624/2019), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Οι μερικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 2 και 22 Ν. 2472/1997 (ήδη 44 και 38 Ν. 4624/2019) αναφορικά: α) με τα αναφερόμενα στοιχεία ως προσδιοριστικά της ταυτότητας της εγκαλούσας, β) με την έννοια της επέμβασης σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και γ) με την έννοια του αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, είναι αβάσιμες. Η πρώτη διότι, κατά τις παραδοχές, ήταν ορατό και ευδιάκριτο το σώμα και μέρος του προσώπου της εγκαλούσας (περιοχή από τα μάτια και κάτω), καθώς και η φωνή, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την υπόσταση του φυσικού προσώπου στο οποίο αναφέρονται (εικόνα προσώπου, συμπεριφορικά χαρακτηριστικά), με τα οποία επιβεβαιώθηκε η ταυτοποίηση της εγκαλούσας. Η δεύτερη διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις της καταγραφής - μαγνητοσκόπησης, με τη χρήση ψηφιακής κάμερας συσκευής κινητής τηλεφωνίας οπτικοακουστικού υλικού στο οποίο και απεικονιζόταν η ανωτέρω πολιτικώς ενάγουσα κατά τη διάρκεια ερωτικών ανευρέσεών της με τον κατηγορούμενο, της επέμβασης και επεξεργασίας, της διατήρησης (αποθήκευσης) και ανακοίνωσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, στην έννοια της οποίας (επέμβασης) γίνεται ειδική αναφορά τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και η τρίτη διότι, κατά τις παραδοχές, ο αναιρεσείων δημιούργησε στο κινητό τηλέφωνο του με μαγνητοσκόπηση της ερωτικής συνεύρεσής του με την εγκαλούσα ένα αρχείο, το οποίο μετά τη λήψη δεν διέγραψε, αλλά παράνομα αποθήκευσε και διατήρησε στο τηλέφωνο του, χωρίς την συγκατάθεση της εγκαλούσας, έχοντας σκοπό τη διάδοση των ευαίσθητων προσωπικών αυτών δεδομένων σε τρίτους, την οποία (διάδοση) πραγματοποίησε αργότερα, αναρτώντας διαδικτυακά το παραπάνω ψηφιακό υλικό από το αρχείο που δημιούργησε με κριτήριο την εγκαλούσα, δυνάμενο να είναι αντικείμενο επεξεργασίας, υπό μορφή ανάρτησης, με αυτόματο τρόπο, στην ιστοσελίδα "...", στην οποία είχαν πρόσβαση απροσδιόριστος αριθμός τρίτων προσώπων, τα οποία έλαβαν γνώση των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων της εγκαλούσας, που είναι σαφώς προστατευόμενο από το νόμο υποκείμενο των δεδομένων αυτών. Η με την μαγνητοσκόπηση δια ψηφιακής κάμερας συσκευής κινητής τηλεφωνίας δημιουργία οπτικοακουστικού υλικού της ερωτικής πράξης αυτού και της εγκαλούσας δεν χρειαζόταν καμία ομαδοποίηση ή ταξινόμηση και είναι τεχνικά απλή η επεξεργασία και η ηλεκτρονική μετάδοση αυτού ανά πάσα στιγμή σε τρίτους μέσω του κινητού τηλεφώνου, στο οποίο είχε αποθηκευθεί, γι' αυτό και συνιστά τούτο αρχείο με την έννοια του παραπάνω νόμου. Αβάσιμη κρίνεται και η αιτίαση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δημιουργείται ασάφεια αναφορικά με το μέσο καταγραφής και μαγνητοσκόπησης του προαναφερθέντος οπτικοακουστικού υλικού. Είναι γεγονός ότι στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται αναφορά ότι "αρχείο προσωπικών δεδομένων κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι σύγχρονες βιντεοκάμερες, οι οποίες διαθέτουν λογισμικά προγράμματα...", ωστόσο, στη συνέχεια, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό γίνεται ρητή αναφορά ότι η καταγραφή και μαγνητοσκόπηση του προαναφερθέντος οπτικοακουστικού υλικού έγινε με τη χρήση ψηφιακής κάμερας συσκευής κινητής τηλεφωνίας. Από τις παραδοχές αυτές δεν δημιουργείται ασάφεια αναφορικά με τον τρόπο δημιουργίας του "αρχείου".
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. πρώτος και δεύτερος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω το Δικαστήριο της ουσίας για την καταδικαστική του κρίση, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους (καταθέσεις της πολιτικώς ενάγουσας και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων η από 8.9.2017 ιατροδικαστική γνωμάτευση της ιατρού - ειδικού ιατροδικαστή - διδάκτωρος ιατρικής σχολής Α.Π.Θ. Α. Α. και η από 10.9.2017 ιατροδικαστική γνωμάτευση του ιατρού - ειδικού ιατροδικαστή Δ. Γ. και η απολογία κατηγορουμένου στο ακροατήριο), από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο εξήρε απόσπασμα από την κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και του δεύτερου μάρτυρα Β. Ζ., δεν σημαίνει ότι δεν συνεκτίμησε και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων η από 8.9.2017 ιατροδικαστική γνωμάτευση της ιατρού - ειδικού ιατροδικαστή - διδάκτωρος ιατρικής σχολής Α.Π.Θ. Α. Α. και η από 10.9.2017 ιατροδικαστική γνωμάτευση του ιατρού - ειδικού ιατροδικαστή Δ. Γ., οι οποίες δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και τις οποίες με ειδική αιτιολογία αξιολογεί, εκθέτοντας και τον λόγο της κατ' αυτόν τον τρόπο αξιολόγησης αυτών, όπως και την κατάθεση του δεύτερου εξ αυτών ιατρού - ειδικού ιατροδικαστή Δ. Γ..
Επομένως, οι σχετικοί τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από τους λόγους της αίτησης αναίρεσης και τρίτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., κατά τις αιτιάσεις με τις οποίες ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις των λόγων αυτών, με τις οποίες ο αναιρεσείων παραπονείται για την εκτίμηση των αποδείξεων, συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, ως αναφερόμενες σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με αυτές ο αναιρεσείων, υπό την επίφαση και το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας στην προσβαλλόμενη απόφαση, στην πραγματικότητα πλήττει απαραδέκτως την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, 1) αναφορικά με την πρώτη υπό αλφαβητικό στοιχείο "Α" αξιόποινη πράξη, της χωρίς δικαίωμα διατήρησης στην κατοχή άνευ αδείας αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, όπως προαναφέρθηκε, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου όγδοου του Ν. 4411/2016 και β) αναφορικά με την δεύτερη, υπό αλφαβητικό στοιχείο "Β" αξιόποινη πράξη, μετάδοσης - ανακοίνωσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, με το άρθρο 38 παρ. 2 του Ν. 4624/2019 προβλέπεται, όπως προαναφέρθηκε, ποινή φυλάκισης. Ήδη με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ. 2 του ισχύοντος από την 1- 7-2019 Ποινικού Κώδικα ορίζεται ότι "όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα".
Συνεπώς, στην προβλεπόμενη από το άρθρο 38 παρ. 2 του Ν. 4624/2019 ποινή φυλάκισης προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή. Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ΠΚ και 511 εδ. δ' του Κ.Π.Δ., το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου πρέπει αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει τις ως άνω ηπιότερες για τον αναιρεσείοντα διατάξεις.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ενόψει του ότι εμφανίστηκε ο αναιρεσείων και είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης περιέχουσα τους προαναφερθέντες λόγους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Γ', Δ' και Ε' Κ.Π.Δ., συντρέχει δε νόμιμη περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής από τον Άρειο Πάγο των ως άνω επιεικέστερων για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο διατάξεων (άρθρο 511 του ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ.), πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 274/2019 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης α) ως προς την διάταξη περί ποινής, αναφορικά με την δεύτερη, υπό αλφαβητικό στοιχείο "Β", αξιόποινη πράξη, μετάδοσης - ανακοίνωσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και καθορισμού συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από τους ίδιους δικαστές (άρθρο 522 Κ.Π.Δ του ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ., που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση κατά το άρθρο 590 του ιδίου κώδικα, σύμφωνα με το οποίο "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας σε οποιοδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα") και β) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς την πρώτη υπό αλφαβητικό στοιχείο "Α" αξιόποινη πράξη της χωρίς δικαίωμα διατήρησης στην κατοχή άνευ αδείας αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και να διαβιβαστεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης η ως άνω με αριθμό 274/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, προκειμένου να θέσει τη δικογραφία στο αρχείο ως προς την παραπάνω πράξη και γ) να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, την απόφαση με αριθμό 274/2019 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, ως προς την περί ποινής διάταξη, αναφορικά με την δεύτερη, υπό αλφαβητικό στοιχείο "Β", αξιόποινη πράξη, μετάδοσης - ανακοίνωσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και καθορισμού συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος περί ποινής αναφορικά με την δεύτερη, υπό αλφαβητικό στοιχείο "Β", αξιόποινη πράξη, ανακοίνωσης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων για νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από τους ίδιους δικαστές.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την πρώτη, υπό αλφαβητικό στοιχείο "Α", αξιόποινη πράξη της χωρίς δικαίωμα διατήρησης στην κατοχή άνευ αδείας αρχείου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και διατάσσει να διαβιβασθεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης η με αριθμό 274/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, προκειμένου αυτός να θέσει τη δικογραφία στο αρχείο ως προς την παραπάνω πράξη. Και,
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 2.5.2019 δήλωση - αίτηση του Σ. Α. του Μ., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμό 274/2019 δευτεροβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.

Share: 

Σχετικά με εμάς

Το δικηγορικό γραφείο «IVY LEGAL» στη Θεσσαλονίκη αποτελείται από άρτια καταρτισμένους έμπειρους δικηγόρους και νομικούς συμβούλους με υψηλή κατάρτιση.

Newsletter

Newsletters

Μείνετε ενημερωμένοι για τις υπηρεσίες μας. Αφήστε μας το e-mail σας και εγγραφείτε στο newsletter μας.

Επικοινωνία

Δικηγορικό Γραφείο‎ Θεσσαλονίκη | Ivy legal

Κ. Ντηλ 19 & Τσιμισκή, Θεσσαλονίκη

+30 2310 234 109

info@ivylegal.gr

www.ivylegal.gr